Χαμομήλια

depositphotos_2704161-stock-photo-big-chamomiles-meadow-on-sunrise

Το πρωινό με βρήκε ξύπνια ,ξυπόλητη σε ένα μικρό οικόπεδο γεμάτο παπαρούνες και χαμομήλια.

Ευτυχώς.

Οι παπαρούνες μού ματώνουν στην Φλάνδρα μα τα χαμομήλια, ω!τα χαμομήλια έρχονται να μου ψιθυρίσουν με τη διακριτική τους μυρωδιά πως κάπου βρίσκεσαι εσύ. Να περιμένω, να μην ξεχάσω το Όνειρο στο μούχρωμα.

Ακουσες; Να μην ξεχάσω.

‘Ωριμα φιλιά…

 

Ξημέρωσε ο μήνας στο μπαλκόνι μου, καπνίζοντας και περιμένοντας την ανατολή.

Άνθρωποι -αχθοφόροι ξεθυμασμένων αρωμάτων από έρωτες ληγμένους, δίνουν ραντεβού με το ψέμα λίγα στενά πιο πέρα.

Ξυπόλυτη στο δρόμο ξεκλειδώνω το αυτοκίνητο και βάζω πρώτη.

Είχα ορκιστεί να αφήσω τα φιλιά της ωριμότητας στον άνεμο αυγής του μικρού τούτου καλοκαιριού.

Καλή αρχή.

Η άλλη…

 Θα πάει μακριά η βαλίτσα, το βλέπω εγώ.

Όσοι/ες έχουν υπομονή…κι ευγένεια…ποπ κορν, τσιγάρο και σίγουρα ποτό.

 

-Μ’ αγαπάς;

-Πού είναι το πουκάμισό μου; Σε 10 λεπτά πρέπει να έχουμε φύγει. Πετάω απόψε για το συνέδριο και ακόμα έχω τις σημειώσεις της ομιλίας μου σκορπισμένες.

-Μ’ αγαπάς;Αναστέναξε.

Σταμάτησε να ντύνεται και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι.  Του χαμογέλασε, μα έμοιαζε σκοτεινιασμένο το βλέμμα της. Της χάιδεψε το πρόσωπο και εκείνη του φίλησε τα δάκτυλα. Έπιασε μια τούφα από τα μαύρα της μαλλιά , έσκυψε και την μύρισε. Θα ήθελε να της πει ότι λατρεύει αυτή την τούφα των  μαλλιών της, αλλά περισσότερο λατρεύει τα μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού της, όταν ιδρώνει μετά τον έρωτά τους και την έχει πάρει αγκαλιά. Ακόμη, θα ήθελε να της έλεγε πόσο τέλεια βρίσκει τα ματοτσίνορά της. Κάθεται και τα χαζεύει όταν κοιμάται ή όταν τον φιλάει με μάτια κλειστά. Πόσο μικροσκοπικά φαινόταν τα δάκτυλά της μέσα στην παλάμη του. Και πόσο νέα και φρέσκια φαινόταν δίπλα του, σαν κοίταζε τον καθρέφτη.

          Ξέρεις τι ώρα είναι; Θα έχει έρθει ο άντρας σου σπίτι. Τι θα του πεις πάλι;

Σηκώθηκε κι άρχισε πάλι να ντύνεται. Δεν μίλησε κανείς. Για λίγο.

          Κάθε φορά που βιάζεσαι να με ξεφορτωθείς ή να αποφύγεις μια συζήτηση  θυμάσαι τον άντρα , τα παιδιά, την πεθερά μου. Κάθε φορά! Αλήθεια; Νοιάζεσαι για μένα ή μήπως για αυτόν;  Να, πάρε τον στο τηλέφωνο. Ρώτα τον. Ρώτα τον αν ξέρει πού κοιμάται η γυναίκα του και με ποιον. Τόλμα! Τόλμα να του πεις και το  όνομά σου. Ιάκωβος Χατζηγιώργης, ο οικογενειακός φίλος και γιατρός σας. Και μετά θα πάρω εγώ τη γυναίκα σου να της πω ότι οι υποψίες της βγήκαν αληθινές, ο άντρας της κοιμάται με κάποια, όχι τσούλα, αλλά καλή πουτάνα στο κρεβάτι, κάτι που το εκτιμά για μια-δυο ώρες.

Είχε σηκωθεί στο κρεβάτι μισοντυμένη , κόκκινη από τον θυμό κι αναμαλλιασμένη, με μουτζουρωμένα τα μάτια από τη μάσκαρα. Λίγο σάλιο σκορπιζόταν σε κάθε λέξη που έβγαζε με αυξανόμενη ένταση από το στόμα της.

          Πάρτον, πάρτον! Πάρτον τώρα γαμώτο σου! φώναξε και του πέταξε το κινητό. Τον βρήκε στον ώμο , έπεσε στη μοκέτα και διαλύθηκε. Έμεινε να κοιτάζονται μέχρι που εκείνη σωριάστηκε και πάλι στα σκεπάσματα.

Σήκωσε το τηλέφωνο, το συναρμολόγησε και της το έδωσε.

Άνοιξε το , μη σε ψάχνουν και άρχισε να ντύνεσαι. Δεν έχουμε πολλή ώρα μπροστά μας, είπε ψυχρά και κάθισε στην πολυθρόνα περιμένοντάς την.

Πήρε το κινητό, κατέβηκε από το κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα στα πόδια του. Έμοιαζε με κομμένο φύλλο που έπεσε από δέντρο , ξερό , έτοιμο να θρυμματιστεί .

Καλής οικογενείας…

Μετά από καιρό, κι ενώ οι λέξεις με έχουν ξεχάσει κλειδωμένη σε μια σοφίτα παλιού κτηρίου, κι η πένα μου στάζει μελάνι κάθε δεύτερη συλλαβή,

αποφάσισα να δοκιμάσω τις αντοχές της νύχτας.

Κι άρχισα να ξετυλίγω μια ιστορία…σε συνέχειες…

Κι όσο πάρει…

Αυλαία.

Έκανε πολλή ζέστη για Απρίλη. Ήταν ένας Απρίλης απρόσμενος και καταλυτικός. Οι μέρες μεγάλωναν γεμάτες αρώματα , κουνούπια και ζέστη. Το καλοκαίρι είχε έρθει νωρίτερα κι αυτό δεν ήταν η μοναδική ανατροπή στον κόσμο του.


Στριφογύρισε στο κρεβάτι και την άκουσε να αναστενάζει μέσα στον ύπνο της. Δεν έδωσε σημασία. Είχε περάσει η περίοδος που έδινε σημασία στα όνειρά της. Κάποτε ναι. Μα, κάποτε αγαπιόνταν. Ή τουλάχιστον, έτσι έλεγε στα παιδιά τους. Τώρα τα παιδιά είχαν φύγει από το σπίτι και δεν είχε πια κανέναν να λέει αυτό το ψέμα.


Γύρισε άλλη μια φορά στο πλάι. Ένιωθε το λαιμό και την πλάτη του ιδρωμένα και οι μασχάλες του μύριζαν λίγο. Δεν άντεχε να μυρίζει ο ιδρώτας του. Ήταν κάτι που σιχαινόταν να μυρίζει γενικά, και στους άλλους ανθρώπους. Το θεωρούσε ένδειξη αφροντισιάς, φτώχιας, κατάθλιψης ίσως.


Θυμήθηκε μια υποψία αρώματος που είχε η μυρωδιά εκείνης. Εκείνης. .. Της άλλης …


Ο Ιάκωβος ήταν ένας νέος  καλής οικογενείας, προορισμένος να προκόψει , όπως έλεγε η κυρία Κρυσταλλία Χατζηγιώργη, η μητέρα του. Κόρη ιατρού, σύζυγος ιατρού, έκανε τα πάντα για να γίνει και ο υιός τους, ο μοναχογιός τους, ιατρός και μάλιστα , μεγαλογιατρός. Το μέλλον του ήταν σχεδόν προσχεδιασμένο. Τους τα χάλασε λίγο που δεν πέτυχε στις εξετάσεις, αλλά το σοκ τους σύντομα μετατράπηκε σε περηφάνεια καθώς τον ετοίμαζαν για σπουδές στο Λονδίνο. «Ο γιος μας θα πάει στο Λονδίνο, θα εξασκήσει και τα Αγγλικά του και θα γυρίσει χειρουργός. Ξέρετε, εδώ οι σχολές δεν διδάσκουν τις νέες μεθόδους, τι να κάνει στην Ελλάδα; Η Αγγλία έχει τους κορυφαίους στο είδος τους . Θα πηγαίνουμε φυσικά κι εμείς συχνά, ως συνήθως. Αχ, τι ωραία τα Χριστούγεννα στο Λονδίνο , αγαπητή μου!»


Κάπως έτσι , με λίγο σπρώξιμο, με λίγη πίεση, με λίγο εκβιασμό, πήρε το πτυχίο του κι επέστρεψε στην πατρίδα, έτοιμος να πάρει το κλειδί για το ιατρείο που του ετοίμαζαν. Ανανέωση του ιατρείου του μπαμπά βασικά, με καινούριες, γυαλιστερές ταμπέλες. «Ιάκωβος Χατζηγιώργης, Καρδιολόγος-Χειρουργός, Kings College, London«. Πόσο ωραίο φαινόταν αυτό το Kings College. Η μαμά ήταν πολύ περήφανη επιτέλους.


Παντρεύτηκε ο Ιάκωβος την Πέννυ, δηλαδή την Παναγιώτα Σαραφίδη, ιατρός γυναικολόγος κι αυτή, καλής επίσης οικογενείας, όχι σαν του μπαμπά , αλλά τέλος πάντων είχε αρκετά ακίνητα και μετοχές και καλή ανατροφή. Η Πέννυ, δηλαδή η Παναγιώτα, δούλεψε λίγο σε μια κλινική, φρόντιζε το σπίτι, το σώμα της, τον άντρα και τις φίλες της, φρόντιζε να είναι διαθέσιμη για έρωτα, αν και με κάποια συγκαταβατικότητα που λίγο τον έκανε να αισθάνεται περίεργα, αλλά πάντα χαμογελαστή και με τους αρκούντως ικανοποιητικούς αναστεναγμούς. Με το που έμεινε έγκυος, οι δύο συμπεθέρες έκλεισαν τον καλύτερο γυναικολόγο να την παρακολουθεί, γυναίκα φυσικά, να μη λέει τίποτα και ο κόσμος, και της είπαν ότι πρέπει να αποσυρθεί από τη δουλειά και να φροντίσει πια την οικογένειά της. Για πολύ καιρό δεν θυμόταν αν αντέδρασε καθόλου, αλλά ήρθε και το δεύτερο παιδί- αγόρι το πρώτο, κορίτσι το δεύτερο, μια χαρά κανονισμένα όλα- και ξέχασε να την ρωτήσει. Πέρασαν 7 χρόνια, ο μικρός πήγε στο δημοτικό  και μια μέρα η Πέννυ έφτασε στο γραφείο του, χωρίς τα παιδιά, να ανακοινώσει πως οι γιαγιάδες θα έπρεπε να αναλάβουν το ρόλο τους, και η ίδια να ξαναρχίσει την καριέρα της. Είχε μάλιστα ήδη έρθει σε επικοινωνία με γνωστό μας διευθυντή κλινικής και είχε ραντεβού να συζητήσουν .  Μάλλον από τότε η ζωή του έκανε μια βόλτα.


Σηκώθηκε από το κρεβάτι και μπήκε στο μπάνιο. Ήθελε να δροσιστεί λίγο. Κωλοζέστη!σκέφτηκε, μα το μετάνιωσε. Ένας κύριος, ένας ιατρός καλής οικογενείας , δεν χρησιμοποιεί τέτοιες εκφράσεις.


Άι σιχτίρ! Αυτό ήταν καλύτερο.



an old butterfly…

Mια παλιά εγγραφή που μου θύμισε ο WL…



Τρέμει το κορμί

Κάθε φορά που την πλάτη  γυρίζεις

 

Τα βήματά μου γίνονται πέρασμα

στο αύριο

όταν τα μάτια σου γεμίζουν στάλες

από λιωμένο κεχριμπάρι.

 

Οι θύμησες καρφιά στις παλάμες μου

Και τα χείλη σου

πικρό φιλί μού αποθέτουν σταυρωτά

 

Μην ανοίξεις τη χούφτα σου

Η ψυχή μου θα πετάξει μακριά

Σαν πεταλούδα

ανάμεσα από τα δάχτυλά σου….